Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Τριάντα χρόνια ασυμμετρία

"Από ποιον κινδυνεύουν τα δάση; Επί δεκαετίες ψάχνουμε για συνωμότες πίσω από τις καλοκαιρινές πυρκαγιές: χουντικούς, φασίστες, σοσιαλιστές και αντιεξουσιαστές, Ελληνες και Τούρκους. Αλλά ο μεγάλος «συνωμότης» βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ.

Ο πρώτος «εχθρός» στον οποίο αποδόθηκαν οι πυρκαγιές των δασών, την πρώτη δεκαετία μετά τη μεταπολίτευση, ήταν κάποιοι αθέατοι ακροδεξιοί συνωμότες που (υποτίθεται πως) απέβλεπαν στην υπονόμευση της δημοκρατικής τομής του 1974 κι ενδεχομένως σ' ένα νέο πραξικόπημα κατά της δημοκρατίας.

Προϊόν της διάχυτης πολιτικής ανασφάλειας των ημερών, η σχετική παραφιλολογία κορυφώθηκε λίγο πριν από τις εκλογές του 1981. Σε αντίθεση με τις βομβιστικές επιθέσεις του 1977-79 εναντίον της αριστεράς, οι εμπρησμοί των δασών δεν αποδίδονταν ωστόσο σε συγκεκριμένες συλλογικότητες του νεοφασιστικού περιθωρίου, αλλά σε κάποια μη κατονομαζόμενα «σκοτεινά κέντρα».

Ως «απόδειξη» της πολιτικής ταυτότητας των εμπρηστών επιστρατευόταν, μεταξύ άλλων, η χρονική σύμπτωση των περισσότερων πυρκαγιών με την επέτειο της 4ης Αυγούστου. Τις ίδιες μέρες ξεκινούσαν, βέβαια, και τα αυγουστιάτικα μελτέμια, όμως αυτό θεωρούνταν επουσιώδης λεπτομέρεια -όπως άλλωστε κι ο γεωγραφικός εντοπισμός του φαινομένου σε περιοχές που τα επόμενα χρόνια θα γέμιζαν με βίλες, πισίνες και εξοχικά σπίτια.

Τύπος και πολιτικά κόμματα συνέβαλαν όσο μπορούσαν σ' αυτή την πεποίθηση. Χαρακτηριστικές οι αντιδράσεις στο διήμερο των εμπρησμών της 3-4.8.1981, όταν κάηκαν χιλιάδες στρέμματα δάσους σε Μελίσσια, Βριλήσσια, Εκάλη, Κεφαλάρι, Κηφισιά και Πεντέλη: το (κεντροαριστερό τότε) Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας διέγνωσε επανάληψη των... Ιουλιανών του 1965 και κάλεσε σε «συμπαράταξη όλων των δημοκρατικών δυνάμεων», το ΚΚΕ μίλησε για «συνειδητές εγκληματικές ενέργειες χουντοφασιστικών στοιχείων για τη δημιουργία κλίματος ανωμαλίας», ενώ το ΚΚΕ Εσωτερικού έκανε λόγο για «εξόρμηση των κύκλων της ανωμαλίας» με «αποσταθεροποιητικούς σκοπούς ενόψει εκλογών».

Στα πρόθυρα της εξουσίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιλαμβανόταν ότι τέτοια σενάρια ευνοούν την εκάστοτε κυβέρνηση. Ξεκαθάρισε ως εκ τούτου πως «οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν κινδυνεύουν, όπως επιχειρούν ορισμένοι να υποβάλουν ή άλλοι εκτιμούν λαθεμένα», χρεώνοντας την κυβέρνηση με «καλλιέργεια κλίματος ανησυχίας» και «μια έρπουσα κινδυνολογία». Διαβεβαίωσε, τέλος, ότι «οι οικοπεδοφάγοι σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορέσουν να κερδοσκοπήσουν από τον καμένο πλούτο της χώρας».

Η τοποθέτησή του αυτή ουδόλως επηρέασε ωστόσο τη γραμμή ακόμη και των φιλοπασοκικών εφημερίδων.

Ακόμη χειρότερη υποδοχή επιφυλάχθηκε στις αμήχανες δηλώσεις του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη, ότι για τον πολλαπλασιασμό των εστιών γύρω από τις υφιστάμενες πυρκαγιές φταίνε τα φλεγόμενα κουκουνάρια.

Φτηνότερα την έβγαλε ο τότε ΥΠΕΘΑ Ευάγγελος Αβέρωφ που, ακολουθώντας το ρεύμα της συνωμοσιολογίας, θύμισε στον «παλιό τροτσκιστή» Παπανδρέου ότι «σ' όλες τις χώρες, πολιτικές δολοφονίες και κάθε λογής καταστροφές κάνουν προπάντων οι αναρχικοί "νιχιλιστές" που προέρχονται από την άκρα αριστερά» (5.8.81).

Το ίδιο ακριβώς σενάριο περί «φασιστικής απειλής» θα ξαναπροβληθεί και τα επόμενα χρόνια, με την ενθάρρυνση του (πρωθυπουργού πλέον) Παπανδρέου. Οταν τον Αύγουστο του 1982 οι φλόγες έκαψαν 22.000 στρέμματα δάσους σε Διόνυσο, Πεντέλη, Εκάλη και Ν. Ερυθραία, ο Αντρέας υποστήριξε ότι «πρόκειται για μια άνανδρη, ύπουλη κι εγκληματική επίθεση κατά του έθνους», ο δε υφυπουργός Αμυνας Αντώνης Δροσογιάννης ανέλαβε να «τεκμηριώσει» την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου, το οποίο «συντάχτηκε επιμελώς από σκοτεινά κυκλώματα που γνωρίζουν άρτια την εδαφική μορφολογία της χώρας και τη χρήση του παραστατικού χάρτου», αλλά απέτυχαν χάρη στην κινητοποίηση στρατού και λαού «που έγραψαν μια πραγματικά ηρωική σελίδα στη ζωή του έθνους μας».

Εντυπωσιακά απλή υπήρξε η συλλογιστική της τότε υφυπουργού Υγείας, Μαρίας Κυπριωτάκη: «Τεταρτοαυγουστιανοί είναι. Πέρσι έβαλαν τις φωτιές στις 4 Αυγούστου, φέτος την 1η. Γιατί στην Κρήτη πουθενά δεν μπήκαν φωτιές εκτός από το Ρέθυμνο, που έχει χουντικό δήμαρχο;»

Η επικήρυξη των εμπρηστών του 1982 με 10.000.000 δρχ. δεν απέδωσε φυσικά το παραμικρό. Συνέβαλε όμως στην παραφιλολογία για «αντεθνική και αντιδημοκρατική συνωμοσία» από «φασίστες εμπρηστές, δολιοφθορείς της Εθνικής Οικονομίας και της ησυχίας του τόπου» που, όπως μας πληροφορούσε (3.8.82) ο Πάνος Σόμπολος, δρούσαν «κατά τα πρότυπα των φασιστικών εμπρησμών ολόκληρων οικισμών στη διάρκεια της κατοχής».

Δεν έλειψε, τέλος, η έμμετρη προσπάθεια ν' αποδοθούν οι εμπρησμοί στην κοινοβουλευτική αντιπολίτευση της εποχής: «Η Δεξιά που αποβλέπει / στο κομματικό συμφέρον / πυρκαϊές βάζει στα δάση / κι έχει γίνει ντόπιος Νέρων!» («Εθνος» 3.8.82).

«Φασίστες» και οικοπεδοφάγοι

Τα πράγματα θα ήταν απλούστερα αν αναζητούσαμε το υλικό (καθόλου συνωμοτικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό) υπόβαθρο της καταστροφής των δασών στις νέες τάσεις που εμφανίστηκαν την ίδια εποχή στην ελληνική κοινωνία και -κυρίως- στη θεσμική αποκρυστάλλωσή τους. Ο λόγος για τη μαζική στροφή των Νεοελλήνων προς την αναζήτηση εξοχικής κατοικίας και την «έξοδο» των ευπορότερων προς την περιφέρεια των πόλεων, φαινόμενο που παρατηρείται πρώτη φορά στα τέλη του '70.

Ικανοποιώντας αυτή την τάση, οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. κι εν συνεχεία του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να «δίνουν τα δάση στο λαό», επιβραβεύοντας τους καταπατητές του παρελθόντος κι ενθαρρύνοντας τους μελλοντικούς μιμητές τους. Κι αυτό παρόλο που -μετά τη δασοκτόνα νομοθεσία της χούντας (Ν.Δ. 86/1969)- το Σύνταγμα του 1975 φρόντισε, πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, να προστατέψει θεσμικά τα δάση με τα άρθρα 24 και 117 (υποχρεωτική αναδάσωση των καμένων κι απαλλοτρίωση ιδιωτικών δασών μόνο υπέρ του Δημοσίου).

Η πρώτη τομή σημειώθηκε με τον Ν. 998/1979 που εισηγήθηκε ο υπουργός Γεωργίας επί Καραμανλή Γιάννης Μπούτος. Ο νόμος αυτός έθεσε τις βάσεις για τον αέναο αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων και τη μετατροπή τους σε οικόπεδα, καθώς επέτρεπε:

* Την ένταξη δασών και δασικών εκτάσεων, στο σύνολό τους ή εν μέρει, «εις οικιστικήν περιοχήν» και οικοδόμησή τους σε ποσοστό 10% (§ 49.2).


* Τη μετατροπή ιδιόκτητων δασών σε οικιστικές περιοχές, με κατάτμησή τους σε οικόπεδα, «εφ' όσον αι ανάγκαι του πολεοδομικού σχεδιασμού και της οικιστικής αναπτύξεως κατά την κρίσιν του Υπουργού Δημοσίων Εργων επιβάλλουν τούτο» (§ 49.3).

* Ανάλογη ρύθμιση για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς (§ 50.1).

* Τη νομιμοποίηση της (παράνομης) αγοράς δασικών ή αναδασωτέων μοναστηριακών εκτάσεων από οικοδομικούς συνεταιρισμούς μέχρι τέλους του 1978 (§ 50.6).

* Την εξαίρεση από τη δασοπροστασία των ιδιόκτητων «δασωθέντων αγρών», με «υπεύθυνον δήλωσιν» του ενδιαφερόμενου ότι ήταν καλλιεργήσιμα εδάφη ώς το 1940 κι «αυτοψία» δασολόγου, προσφυγή δε στις αεροφωτογραφίες του 1945 μονάχα «εν περιπτώσει αμφιβολιών» (§ 67).

Η ενθάρρυνση των εμπρησμών από τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτονόητη. Ιδίως στην περίπτωση των «δασωθέντων αγρών», μια πυρκαγιά συμβάλλει καθοριστικά στην ενίσχυση της επιχειρηματολογίας του διεκδικητή, καθώς εξαφανίζει ό,τι θα μπορούσε να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς του: ακόμη κι ο πιο έμπειρος δασολόγος είναι ανίκανος να βγάλει συμπεράσματα για την ηλικία των δέντρων που δεν υπάρχουν πια...

ΜΙΤ και «βοσκότοποι»

Ηδη μέσα στην πρώτη εξαετία της μεταπολίτευσης εξαιρέθηκαν από την αναδάσωση 14.637 στρέμματα καμένου δάσους στην Αττική κι άλλα 265.000 στην υπόλοιπη επικράτεια («Ε», 28.9. και 1.10.1980).

Δεν ήταν παρά μόνο η αρχή: παρά τις υποσχέσεις του ότι μόλις έρθει στην εξουσία θα καταργήσει τον Ν. 998, το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο τον διατήρησε σε ισχύ αλλά και τον «συμπλήρωσε» με νέα δασοκτόνα νομοθετήματα -αρχής γενομένης με την «εγκύκλιο Γιώτα» του 1984.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και μετά, τους «φασίστες» διαδέχονται ως φανταστικός συλλογικός εμπρηστής οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Το καλοκαίρι του 1993, βομβιστικές επιθέσεις του ΡΚΚ σε τουριστικούς στόχους της Τουρκίας φέρνουν χιλιάδες πανικόβλητους τουρίστες στα ελληνικά νησιά. Την επόμενη χρονιά, η ΜΙΤ απαντά με βόμβες στη Ρόδο και την Κρήτη.

Δημοσιογραφικά σενάρια και δηλώσεις πολιτικών θέλουν κάποιες τουλάχιστον πυρκαγιές σε ελληνικά δάση ν' αποτελούν μέρος αυτού του βρόμικου πολέμου. Τον Αύγουστο δε του 1998, δημοσιεύματα της «Αυριανής» -τα οποία καταγγέλθηκαν σαν προβοκάτσια της ΕΥΠ- παρουσίασαν σαν «εμπρηστές» κάποια επώνυμα ηγετικά στελέχη αριστερών τουρκικών οργανώσεων.

Το μόνο «στοιχείο» που έχει προσκομιστεί μέχρι σήμερα είναι οι δηλώσεις ενός τούρκου ακροδεξιού σε τουρκικό ιδιωτικό κανάλι (22.11.96): διωκόμενος για σωρεία εγκληματικών πράξεων που σχετίζονταν με το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ, ο Χαλούκ Κιρζί διεκδίκησε μεταξύ άλλων «πατριωτικές» δάφνες (και) για την υποτιθέμενη συμμετοχή του σε εμπρησμό ελληνικών δασών. Παρά την ενθουσιώδη υποδοχή αυτών των «αποκαλύψεων» από το καθ' ημάς «κόμμα του πολέμου», η εγκυρότητά τους παραμένει το λιγότερο συζητήσιμη.

Οι Τούρκοι δεν είναι όμως οι μόνοι γείτονες που (υποτίθεται ότι) θέλησαν να μας κάψουν. Εν έτει 2000, ο Γιώργος Κύρτσος υποστήριξε π.χ. με κάθε σοβαρότητα πως «οι πυρκαγιές που ξεκίνησαν από την Αλβανία και κατέκαψαν σημαντικό μέρος της Ηπείρου εντάσσονταν στη διεκδίκηση εκ μέρους των Αλβανών των ελληνικών εδαφών που οι ίδιοι ονομάζουν "Τσαμουριά"» («Ελ. Τύπος», 28.8.00).

Ως σοβαρός αναλυτής, δεν μπήκε φυσικά στον κόπο να επικαλεστεί το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του.

Την ίδια στιγμή που τα παραπάνω σενάρια έδιναν κι έπαιρναν, μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων έκλειναν το μάτι (κι άνοιγαν την όρεξη) σε νέες γενιές οικοπεδοφάγων.

Το πρώτο ήταν ο Ν. 1734/1987, που προέβλεπε τον αποχαρακτηρισμό (και την αλλαγή χρήσης) δασικών εκτάσεων διά της μετονομασίας τους σε «βοσκότοπους», από τους κατά τόπους νομάρχες (§ 3). Με τη μετατροπή μιας καμένης δασικής έκτασης σε «βοσκότοπο» αναστέλλεται αυτόματα κάθε απόφαση αναδάσωσής της (§ 6.1) και μπορεί να μετατραπεί σε γεωργική εκμετάλλευση (§ 13.2.α), να χρησιμοποιηθεί «για δημιουργία νέων οικισμών ή επέκταση παλαιών» (§ 6.1.β) ή να παραχωρηθεί για μια πλειάδα χρήσεων (από «χώρους απορριμμάτων και λυμάτων» μέχρι «ιερούς ναούς και ιερές μονές»).

Επιπλέον, ειδικό άρθρο φρόντισε να κάνει ευκολότερη τη διεκδίκηση των «δασωθέντων αγρών» από τους (φερόμενους ως) ιδιοκτήτες τους: η σχετική απόδειξη μπορεί να γίνεται πιά με απλή ένορκη εξέταση μαρτύρων (§ 14.2). Προϋπόθεση για την όποια φερεγγυότητα των τελευταίων, σε περίπτωση καταπατημένου δάσους, αποτελεί φυσικά η εξαφάνιση των δέντρων που θα πιστοποιούσαν ότι δεν πρόκειται για «χωράφι στο οποίο φύτρωσαν μερικά πευκάκια»...

Η συζήτηση του Ν. 1734 στη Βουλή υπήρξε πολλαπλά αποκαλυπτική. Η εισηγητική έκθεση έκανε λόγο για επικείμενο αποχαρακτηρισμό 52.000.000 στρεμμάτων (έναντι 15.000.000 του Ν. 998), ενώ τον τόνο έδωσε κυρίως η πλειοδοσία υποσχέσεων απαλλαγής από τα δεσμά της «υπερβολικής» δασοπροστασίας: «Τριακόσιες χιλιάδες στρέμματα δώσατε;», ρώτησε π.χ. ρητορικά τους νεοδημοκράτες συναδέλφους του ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χάρης Ατματζίδης. «Τα υπόλοιπα θα τα δώσουμε εμείς. Γι' αυτό κάνουμε το νομοσχέδιο, για να τακτοποιήσουμε και τους υπόλοιπους» (Πρακτικά, 15.9.87, σ. 1442).

Ο συνάδελφός του Γιώργος Χιωτάκης εξέφρασε την αλληλεγγύη του προς «ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό» της Καρπάθου «που αναπτύσσεται τουριστικά και που πραγματικά ασφυκτιά, διότι περιζώνεται από δάση» (σ. 1476) κι οραματίστηκε την αντικατάσταση των δασών από καρποφόρα δέντρα (σ. 1458), ενώ ο υφυπουργός Γεωργίας Κων/νος Τσιγαρίδας εξήγγειλε την απαλλαγή των ορεινών χωριών που «είναι περικυκλωμένα από δάση» από «τον βραχνά» που «αποτελεί εμπόδιο» στην οικιστική επέκτασή τους (σ. 1460-1). Κατά τα άλλα, ο νόμος απέβλεπε στην ενίσχυση της... ορεινής κτηνοτροφίας!

Το νομοσχέδιο του Στέφανου Τζουμάκα (1998) προχωρούσε ένα ακόμη βήμα παραπέρα: ανακαλούσε κάθε απόφαση αναδάσωσης εκτάσεων που είχαν καεί πριν από το 1975 (§ 9) και ταυτόχρονα νομιμοποιούσε κάθε μεταβίβαση «διασωθέντος αγρού» -μέχρι 5 στρέμματα- που είχαν γίνει στο παρελθόν (§ 4). Τελικά έμεινε στα χαρτιά, η προώθησή του συνέπεσε ωστόσο με τη μεγάλη πυρκαγιά της Πεντέλης - η οικοπεδοποίηση της οποίας στηρίζεται κυρίως στις διεκδικήσεις «δασωθέντων αγρών». Κατά τον υπουργό, βέβαια, ακόμη κι αυτές τις φωτιές τις έβαζαν οι Τούρκοι...

«Ασύμμετρες απειλές»

Η τελευταία έξαρση συνωμοτικών θεωριών ακολούθησε, ως γνωστόν, τη φετινή τραγωδία που πήρε διαστάσεις πραγματικής εθνικής καταστροφής. Η οφθαλμοφανώς προεκλογική επίκληση κάποιων απροσδιόριστων «ασύμμετρων απειλών» (δηλαδή τρομοκρατικών ή παραστρατιωτικών δραστηριοτήτων) από την κυβέρνηση της Ν.Δ. παρήγαγε μια σειρά αναπόδεικτα, χοντροκομμένα και κατά κανόνα γελοία σενάρια.

Είδαμε έτσι να στοχοποιούνται από κυβερνητικά στελέχη, μυστικές υπηρεσίες, «ψιθυριστές» και τα παπαγαλάκια τους στα ΜΜΕ:

* Οι αντιεξουσιαστές. Την αρχή έκανε ο Ν. Κακλαμάνης (
MEGA, 25.8) κι ακολούθησαν η Ντόρα Μπακογιάννη («Εθνος», 28.8) κι ο Μ. Εβερτ («Απογευματινή», 30.8).

* Ο... Λαλιώτης.

* Απροσδιόριστοι «αντάρτες της υπαίθρου» που εκστρατεύουν «κατά της έννομης τάξης» («Απογευματινή»).

* Ακατονόμαστοι πράκτορες σκοτεινών δυνάμεων, που θέλουν να γονατίσουν τον «εθνικά υπερήφανο» μετα-εθνάρχη Καραμανλή, να πληγεί η... ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική («Αυριανή», 3.9), να «αποσταθεροποιηθεί η πολιτική ζωή του τόπου» (Αρης Σπηλιωτόπουλος, «Χώρα», 2.9) κ.ο.κ.

Ενας «Κοσοβάρος του
UCK» που η ΕΥΠ «έθεσε υπό παρακολούθηση από την πρώτη στιγμή» που πέρασε τα σύνορα, «τέθηκε σε ασφυκτικό κλοιό», «συνελήφθησαν συνεργάτες του» αλλά -ω του θαύματος!- κατόρθωσε τελικά να κάψει τα πάντα («Αυριανή», 28-30.8.07).

Οταν η ΕΥΠ διέψευσε επίσημα αυτές τις τερατολογίες, η εφημερίδα την παρέμπεμψε στις... «σερβικές υπηρεσίες πληροφοριών που κάνουν καλά τη δουλειά τους».

* Μια μυστηριώδης «ξανθιά χήρα» που (υποτίθεται πως) έβαλε φωτιά στο νεκροταφείο Χολαργού.

Ο Πολύδωρας μας διαβεβαιώνει στην «
Espresso» πως «αναζητείται» (29.8.07), ο συντάκτης όμως που του πήρε τη συνέντευξη (Ν. Χίος) μας «αποκαλύπτει» πως η ΕΥΠ όχι μόνο γνωρίζει την ταυτότητά της αλλά έχει ηχογραφήσει και συνομιλίες της «με υπονοούμενα»!

* Ενας 62χρονος συνταξιούχος, μέλος κάποτε του ΠΑΣΟΚ Λακωνίας (1977-85), που προφυλακίστηκε ως ύποπτος εμπρησμού βάσει της προανακριτικής κατάθεσης ενός νεοδιορισμένου αγροφύλακα. Κι αυτό, παρόλο που στον ανακριτή ο αγροφύλακας ανακάλεσε, υποστηρίζοντας ότι η αρχική του κατάθεση τού υπαγορεύθηκε από αξιωματικούς της πυροσβεστικής που στάλθηκαν επί τούτου απ' την Αθήνα («Τα Νέα», 30.8).

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ' αόριστον, αλλά δεν χρειάζεται: τα εν λόγω σενάρια είναι πασίγνωστα σ' όποιον άνοιξε τηλεόραση το τελευταίο δεκαπενθήμερο."


Πηγή: Ιός της Κυριακής,09/09/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: